gula
Pronunciation
/ˈɡjuɫə/

Ορισμός και σημασία του "gula"στα αγγλικά

01

λαιμαργία, αδηφαγία

eating to excess (personified as one of the deadly sins)
gula definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

γούλα, η βαβυλωνία θεά της θεραπείας και σύζυγος του Νινουρτα

the Babylonian goddess of healing and consort of Ninurta
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store