Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guise
01
εμφάνιση, όψη
an external appearance or manner of presentation that often hides the true nature of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
guises
Παραδείγματα
The scammer approached under the guise of a bank representative, aiming to steal personal information.
Ο απατεώνας πλησίασε με την εμφάνιση εκπροσώπου τράπεζας, με στόχο να κλέψει προσωπικές πληροφορίες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disguise
disguise
guise



























