Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Guideline
01
κατευθυντήρια γραμμή, οδηγία
a principle or instruction based on which a person should behave or act in a particular situation
Παραδείγματα
The teacher provided clear guidelines for completing the research project, including deadlines and formatting requirements.
Ο δάσκαλος παρείχε σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για την ολοκλήρωση του ερευνητικού έργου, συμπεριλαμβανομένων των προθεσμιών και των απαιτήσεων μορφοποίησης.
02
κατευθυντήρια γραμμή, οδηγός
a detailed plan, set of instructions, or explanation that helps establish standards or determine a course of action
Παραδείγματα
The training manual contains clear guidelines for employees.
Το εγχειρίδιο εκπαίδευσης περιέχει σαφείς κατευθυντήριες γραμμές για τους υπαλλήλους.
03
γραμμή καθοδήγησης, γραμμή αναφοράς
a faint or light line used in lettering, drawing, or writing to help align letters or elements
Παραδείγματα
The typographer marked guidelines on the page.
Ο τυπογράφος σημείωσε γραμμές οδηγούς στη σελίδα.
Λεξικό Δέντρο
guideline
guide
line



























