gui
Pronunciation
/ɡˈuːi/

Ορισμός και σημασία του "gui"στα αγγλικά

01

ψητό, πιάτο ψητό

grilled or roasted dishes, typically involving meat, fish, or vegetables cooked over an open flame or on a griddle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store