guardrail
guard
ˈgɑ:d
gaad
rail
reɪl
reil

Ορισμός και σημασία του "guardrail"στα αγγλικά

01

παρ护栏, προστατευτικό κιγκλίδωμα

a barrier along the edge of a road or bridge to stop cars from going off the road 
guardrail definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
guardrails
Παραδείγματα
She leaned against the guardrail to enjoy the view. 

Ακούμπησε στο κουβούκι για να απολαύσει τη θέα.

Λεξικό Δέντρο

guardrail

guard

+

rail

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store