Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grunt
01
γρυλλίζω, μουγκρίζω
(of animals, especially pigs) to make a low sound from the nose and throat
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
grunts
ενεστώτα μετοχή
grunting
απλός αόριστος
grunted
παθητική μετοχή
grunted
Παραδείγματα
The pig grunted contentedly while rooting around in the mud.
Το γουρούνι γρύλισε με ικανοποίηση ενώ έσκαβε στη λάσπη.
02
γκρινιάζω, μουγκρίζω
(of a person) to make a short, low sound often expressing effort, struggle, or dissatisfaction
Intransitive
Παραδείγματα
The workers began to grunt as they lifted the heavy boxes onto the truck.
Οι εργάτες άρχισαν να γκρινιάζουν καθώς σήκωναν τα βαριά κουτιά στο φορτηγό.
03
γρυλλίζω, μουρμουρίζω
(of a person) to utter a few words in a rough or nonchalant voice, especially when one does not want to talk extensively
Transitive: to grunt words
Παραδείγματα
"Pass me the wrench," he grunted, not looking up from his work.
"Πέρασέ μου το κλειδί," γρύλισε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από τη δουλειά του.
Grunt
01
γρύλισμα, μουρμουρητό
a low sound such as the one that a pig makes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grunts
02
γρυλλισμός, ψάρι που γρυλλίζει
medium-sized tropical marine food fishes that utter grunting sounds when caught
03
απλός στρατιώτης, ακάλυπτος εργάτης
an unskilled or low-ranking soldier or other worker



























