grunge
grunge
grʌnʤ
granj
grudgegrange

Ορισμός και σημασία του "grunge"στα αγγλικά

01

βρωμιά, λεκές

dirt, filth, or grime that accumulates on surfaces, often difficult to clean 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grunges
Παραδείγματα
The old machinery was coated in grunge, making it difficult to clean. 

Τα παλιά μηχανήματα ήταν καλυμμένα με βρωμιά, κάνοντας δύσκολο τον καθαρισμό τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grungy
grunge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store