Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grub
01
η προνύμφη, το σκουλήκι
the young wormlike larva of an insect
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grubs
Παραδείγματα
The grub’s presence indicated that the soil was rich and healthy.
Η παρουσία της προνύμφης έδειχνε ότι το έδαφος ήταν πλούσιο και υγιές.
02
φαγητό, τροφή
food, often casual or simple meals
αργκό
Παραδείγματα
Let's grab some grub before the movie.
Ας φάμε κάτι γρήγορο πριν την ταινία.
to grub
01
σκάβω, ψάχνω
to dig or search in the ground
Intransitive: to grub for sth
Παραδείγματα
The children grubbed for worms in the garden after the rain.
Τα παιδιά έσκαβαν για να βρουν σκουλήκια στον κήπο μετά τη βροχή.
02
ψάχνω ενδελεχώς, αναζητώ επιμελώς
to search for something diligently or persistently
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grub
γ΄ ενικό πρόσωπο
grubs
ενεστώτα μετοχή
grubbing
απλός αόριστος
grubbed
παθητική μετοχή
grubbed
Παραδείγματα
She spent hours grubbing through old archives to find information for her history paper.
Πέρασε ώρες ψάχνοντας σε παλιά αρχεία για να βρει πληροφορίες για την ιστορική της εργασία.
03
ζητιανεύω, επαιτώ
to get something, typically food, money, or provisions, by scavenging or relying on the generosity of others
Transitive: to grub money or provisions
Παραδείγματα
When he ran out of cash, he would often grub a few dollars from his friends to buy lunch.
Όταν του τελείωνε το μετρητό, συχνά ζητούσε μερικά δολάρια από τους φίλους του για να αγοράσει γεύμα.
Λεξικό Δέντρο
grubby
grub



























