growth hormone
growth
ˈgrəʊθ
grewth
hor
hɔ:
haw
mone
ˌməʊn
mewn

Ορισμός και σημασία του "growth hormone"στα αγγλικά

Growth hormone
01

ορμόνη ανάπτυξης

a hormone that stimulates growth, development, and metabolism in the body 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
growth hormones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store