Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grown
01
ενήλικας, ώριμος
having reached full maturity or adulthood
Παραδείγματα
The grown elephant is a magnificent sight, towering over the landscape with its majestic presence.
Ο ενήλικος ελέφαντας είναι ένα μεγαλειώδες θέαμα, που δεσπόζει στο τοπίο με τη μεγαλοπρεπή του παρουσία.
Λεξικό Δέντρο
ingrown
overgrown
grown
grow



























