grown
grown
grəʊn
γκρεουν
groingroan

Ορισμός και σημασία του "grown"στα αγγλικά

01

ενήλικας, ώριμος

having reached full maturity or adulthood 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grown
συγκριτικός βαθμός
more grown
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, biology, plants
Παραδείγματα
The garden is filled with grown plants, flourishing under the care of the gardener. 

Ο κήπος είναι γεμάτος με ώριμα φυτά, που ανθίζουν υπό την φροντίδα του κηπουρού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ingrown
overgrown
grown
grow
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store