grower
grower
grəʊə
grewe
growlerglowergrocer

Ορισμός και σημασία του "grower"στα αγγλικά

01

καλλιεργητής, αγρότης

someone concerned with the science or art or business of cultivating the soil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
growers
02

καλλιεργητής, φυτό γρήγορης ανάπτυξης

a plant that develops in a particular way 
Παραδείγματα
This flower is a fast grower and blooms in a few weeks. 

Αυτό το λουλούδι είναι ένας γρήγορος καλλιεργητής και ανθίζει σε λίγες εβδομάδες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store