Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Greenwing
01
κοινό κιρκίρι, χειμερινό κιρκίρι
common teal of Eurasia and North America
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
greenwings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
greenwing
green
wing



























