greenfly
green
ˈgri:n
grin
fly
flaɪ
flai
greenlygreedily

Ορισμός και σημασία του "greenfly"στα αγγλικά

01

πράσινη ψείρα, πράσινο αφίδιο

a small green aphid that infests gardens and crops 
greenfly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
greenflies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store