Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
greedily
01
άπληστα, λαίμαργα
in a manner driven by a strong and selfish desire to possess wealth, power, or advantage
αποδοκιμαστικό
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The executives greedily pushed for higher bonuses despite the company's losses.
Οι διευθυντές άπληστα πίεσαν για υψηλότερα μπόνους παρά τις ζημίες της εταιρείας.
1.1
άπληστα, λαίμαργα
in a way that shows eager or excessive desire for food or drink
Παραδείγματα
After the hike, they greedily ate whatever they could find.
Μετά την πεζοπορία, έφαγαν άπληστα ό,τι μπορούσαν να βρουν.
Λεξικό Δέντρο
greedily
greedy
greed



























