grease
grease
gri:s
gris
greave

Ορισμός και σημασία του "grease"στα αγγλικά

01

λίπος, λιπαντικό

a thick fatty oil (especially one used to lubricate machinery) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
02

λίπος, βρωμιά

the state of being covered with unclean things 
to grease
01

λιπαίνω, γρασάρω

to apply a layer of grease or fat onto a surface, usually to prevent sticking or to provide lubrication 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
grease
γ΄ ενικό πρόσωπο
greases
ενεστώτα μετοχή
greasing
απλός αόριστος
greased
παθητική μετοχή
greased
Παραδείγματα
She greased the baking sheet with butter before placing the dough for the cookies. 

Είχε λαδώσει το ταψί με βούτυρο πριν τοποθετήσει τη ζύμη για τα μπισκότα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store