grazier
gra
ˈgreɪ
grei
zier
ziɜr
ziēr
/ɡɹˈe‍ɪzɪɐ/

Ορισμός και σημασία του "grazier"στα αγγλικά

01

κτηνοτρόφος, βοσκός

a person who raises animals on open land for sale or use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grazier
Παραδείγματα
The grazier inspects the fields to check for safe grazing areas.
Ο κτηνοτρόφος επιθεωρεί τα χωράφια για να ελέγξει τις ασφαλείς περιοχές βοσκής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store