Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grassroots
01
βασικός, λαϊκός
originating from the most basic level
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The grassroots initiative focused on improving local healthcare through community-driven efforts.
Η πρωτοβουλία βάσης επικεντρώθηκε στη βελτίωση της τοπικής υγειονομικής περίθαλψης μέσω κοινοτικών προσπαθειών.
02
βασικός, λαϊκός
of or involving the common people as constituting a fundamental political and economic group
Λεξικό Δέντρο
grassroots
grass
roots



























