Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Grappa
01
γκράπα, αποσταγμένο από σταφύλια
a grape-based alcoholic drink, originated in Italy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grappas
LanGeek



























