Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Graphite
01
γραφίτης, μολύβι
(chemistry) a soft, gray-black form of carbon used as a lubricant and as a moderator in nuclear reactors
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
graphites
LanGeek



























