Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graphical
01
γραφικός, σχετικός με γράφημα
formed like or relating to a graph
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
visualization, mathematics, data
02
γραφικός, σχεδιασμένος
written or drawn or engraved
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
graphically
graphical
graphic
graph



























