Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Graph
01
γράφημα, διάγραμμα
a visual representation of the relationship between quantities, shown as points plotted relative to axes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graphs
Παραδείγματα
The graph revealed a steady increase over time.
Το γράφημα αποκάλυψε μια σταθερή αύξηση με την πάροδο του χρόνου.
02
γράφημα, διάγραμμα
a visual display of data
Παραδείγματα
The presentation included several colorful graphs.
Η παρουσίαση περιελάμβανε πολλάχρωμα γραφήματα.
03
γράφημα, γραφικό σύμβολο
a written symbol representing a spoken sound
Παραδείγματα
Ancient scripts contain graphs no longer in use.
Οι αρχαίες γραφές περιέχουν γραφήματα που δεν χρησιμοποιούνται πλέον.
04
γράφημα, καμπύλη
(in mathematics) a set of points with coordinates that satisfy specific relationships
Παραδείγματα
The teacher asked students to draw the graph for each equation.
Ο δάσκαλος ζήτησε από τους μαθητές να σχεδιάσουν το γράφημα για κάθε εξίσωση.
to graph
01
απεικονίζω γραφικά, σχεδιάζω γράφημα
to represent information or data using a graph
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
graph
γ΄ ενικό πρόσωπο
graphs
ενεστώτα μετοχή
graphing
απλός αόριστος
graphed
παθητική μετοχή
graphed
Παραδείγματα
The software can graph large sets of data automatically.
Το λογισμικό μπορεί να απεικονίσει γραφικά μεγάλα σύνολα δεδομένων αυτόματα.
02
σχεδιάζω γραφική παράσταση, αναπαριστώ γραφικά
to plot points or values on a graph
Παραδείγματα
The software allows you to graph individual data points easily.
Το λογισμικό σας επιτρέπει να σχεδιάζετε εύκολα μεμονωμένα σημεία δεδομένων.
Λεξικό Δέντρο
autograph
graphic
graphic
graph



























