grapefruit
grape
ˈgreɪp
γκρειπ
fruit
fru:t
φρουτ

Ορισμός και σημασία του "grapefruit"στα αγγλικά

01

γκρέιπφρουτ, φράπα

a round, citrusy fruit with yellow-orange skin, like a large orange 
grapefruit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
grapefruits
Παραδείγματα
During my beach vacations, I always pack a juicy grapefruit in my backpack. 

Κατά τις διακοπές μου στην παραλία, πάντα βάζω ένα ζουμερό γκρέιπφρουτ στο σακίδιό μου.

02

γκρέιπφρουτ, πομέλο

citrus tree bearing large round edible fruit having a thick yellow rind and juicy somewhat acid pulp 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

grapefruit

grape

+

fruit

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store