granule
gra
ˈgræ
grā
nule
nju:l
nyool
Spanieldaniel

Ορισμός και σημασία του "granule"στα αγγλικά

01

κόκκος, μικρό σπυρί

a small piece of a substance that has the shape of a small grain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
granules
Παραδείγματα
Under the microscope, the sample revealed distinct granules of pollen, each with a unique shape and texture. 

Κάτω από το μικροσκόπιο, το δείγμα αποκάλυψε ξεχωριστά κόκκους γύρης, κάθε ένας με μοναδικό σχήμα και υφή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store