grannie
gra
ˈgræ
γκραι
nnie
ni
νι
/ɡɹˈæni/

Ορισμός και σημασία του "grannie"στα αγγλικά

01

γιαγιά, γιαγιά

the mother of your father or mother
grannie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
grannies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store