Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grandly
01
μεγαλοπρεπώς, πλουσιοπάροχα
in a manner that is impressive, often with an air of importance or splendor
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The mansion was grandly decorated for the gala, with chandeliers and lavish floral arrangements.
Το αρχοντικό ήταν μεγαλοπρεπώς διακοσμημένο για τη γκαλά, με πολυελαίους και πλούσια ανθοδέσμες.
Λεξικό Δέντρο
grandly
grand



























