Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
grandiose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most grandiose
συγκριτικός βαθμός
more grandiose
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her grandiose sense of self-importance made it difficult for her to connect with others.
Η μεγαλειώδης αίσθηση της αυτο-σημασίας της έκανε δύσκολο για εκείνη να συνδεθεί με άλλους.
02
επιδεικτικός, πομπώδης
affectedly genteel
Λεξικό Δέντρο
grandiosely
grandiose



























