granddaughter
grand
grænd
grānd
daugh
dɔ:
daw
ter

Ορισμός και σημασία του "granddaughter"στα αγγλικά

01

εγγονή, κόρη του γιου ή της κόρης μας

the daughter of our son or daughter 
granddaughter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
granddaughters
Παραδείγματα
His granddaughter comes to visit him every Sunday. 

Η εγγονή του έρχεται να τον επισκεφτεί κάθε Κυριακή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store