grader
Pronunciation
/ˈɡɹeɪdɝ/

Ορισμός και σημασία του "grader"στα αγγλικά

01

βαθμολογητής, αξιολογητής

a judge who assigns grades to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
graders
02

διορθωτής, αξιολογητής

a person responsible for evaluating and assigning grades to students' work, assessments, or exams
Παραδείγματα
Graders play an essential role in maintaining academic standards by ensuring consistency in evaluation criteria.
Οι βαθμολογητές παίζουν έναν ουσιαστικό ρόλο στη διατήρηση των ακαδημαϊκών προτύπων, διασφαλίζοντας τη συνοχή των κριτηρίων αξιολόγησης.
03

εκχωματιστής, ισιωτής

a heavy vehicle used in construction to level and smooth surfaces such as roads and foundations
Παραδείγματα
The grader's adjustable blade allows it to create slopes and level surfaces accurately.
Το ρυθμιζόμενο λεπίδα του εκχωματιστή του επιτρέπει να δημιουργεί κλίσεις και επίπεδες επιφάνειες με ακρίβεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store