antibiotic
an
ˌæn
αιν
ti
ti
τι
bio
baɪɑ
μπαια
tic
ˈtɪk
τικ
/ˌæntiˌbaɪˈɒtɪk/ , /ˌæntaɪˌbaɪˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "antibiotic"στα αγγλικά

01

αντιβιοτικό, αντιβακτηριακό φάρμακο

a medicine that kills or stops the growth of bacteria
antibiotic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antibiotics
Παραδείγματα
The pharmacy stocked several types of antibiotics.
Το φαρμακείο είχε στο απόθεμά του διάφορους τύπους αντιβιοτικών.
antibiotic
01

αντιβιοτικό

related to medicines or treatments that can kill or inhibit the growth of bacteria
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She took an antibiotic pill for her throat infection.
Πήρε ένα αντιβιοτικό χάπι για τη λοίμωξη του λαιμού της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store