antibacterial
an
ˌæn
ān
ti
ti
ti
bac
bæk
bāk
te
ˈtɪə
tie
rial
riəl
riēl
managerialimmaterialbacterialarterial

Ορισμός και σημασία του "antibacterial"στα αγγλικά

01

αντιβακτηριακό, αντιβιοτικό

any drug that destroys bacteria or inhibits their growth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antibacterials
antibacterial
01

αντιβακτηριακό, βακτηριοκτόνο

related to substances or agents that have the ability to inhibit the growth and reproduction of bacteria 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The school cafeteria uses antibacterial solutions to sanitize tables. 

Η σχολική καφετέρια χρησιμοποιεί αντιβακτηριακά διαλύματα για την απολύμανση των τραπεζιών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store