Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Gouger
01
αλήτης, κακοποιός
(Irish) a thug, lout, or rough, aggressive person
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gougers
Παραδείγματα
That gouger caused trouble at the pub last night.
Αυτός ο κακοποιός προκάλεσε προβλήματα στο μπαρ χθες το βράδυ.
02
ένας βγάλτης ματιών, ένας ξεριζωτής ματιών
an attacker who gouges out the antagonist's eye
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
gouger
gouge



























