gouger
gou
ˈgaʊ
γκαου
ger
ʤɜr
τζερρ
/ɡˈaʊdʒə/

Ορισμός και σημασία του "gouger"στα αγγλικά

01

αλήτης, κακοποιός

(Irish) a thug, lout, or rough, aggressive person
Slang
Παραδείγματα
Locals warned us about a group of goughers in the area.
Οι ντόπιοι μας προειδοποίησαν για μια ομάδα αλήτες στην περιοχή.
02

ένας βγάλτης ματιών, ένας ξεριζωτής ματιών

an attacker who gouges out the antagonist's eye

Λεξικό Δέντρο

gouger
gouge
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store