gouger
gou
ˈgaʊ
γκαου
ger
ʤə
τζα
gorger

Ορισμός και σημασία του "gouger"στα αγγλικά

01

αλήτης, κακοποιός

(Irish) a thug, lout, or rough, aggressive person 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gougers
Παραδείγματα
That gouger caused trouble at the pub last night. 

Αυτός ο κακοποιός προκάλεσε προβλήματα στο μπαρ χθες το βράδυ.

02

ένας βγάλτης ματιών, ένας ξεριζωτής ματιών

an attacker who gouges out the antagonist's eye 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

gouger
gouge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store