gosling
gos
ˈgɒz
goz
ling
lɪng
ling

Ορισμός και σημασία του "gosling"στα αγγλικά

01

χηνάκι, νεοσσός χήνας

a newly-hatched goose 
gosling definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
goslings

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store