good-humored
good
gʊdhju:məd
goodhyoomēd
humored
good-humoured

Ορισμός και σημασία του "good-humored"στα αγγλικά

good-humored
01

ευδιάθετος, χαρούμενος

describing someone who is cheerful, friendly, and has a positive outlook 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most good-humored
συγκριτικός βαθμός
more good-humored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She remained good-humored despite the long delay at the airport. 

Παρέμεινε καλοδιάθετη παρά την μεγάλη καθυστέρηση στο αεροδρόμιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store