Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goober pea
01
φυστίκι, αράπικο φιστίκι
pod of the peanut vine containing usually 2 nuts or seeds; `groundnut' and `monkey nut' are British terms
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goober peas



























