Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anthropomorphic
01
ανθρωπομορφικός, ανθρωποποιημένος
(of non-human entities) having human traits, emotions, intentions, or physical characteristics
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most anthropomorphic
συγκριτικός βαθμός
more anthropomorphic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sculpture gave the tree an anthropomorphic face and limbs.
Το γλυπτό έδωσε στο δέντρο ένα ανθρωπόμορφο πρόσωπο και άκρα.
Λεξικό Δέντρο
anthropomorphic
anthropomorph



























