Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Golf club
01
μπαστούνι γκολφ, κλαμπ γκολφ
a tool used by golfers to hit the ball in various ways during a round of golf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
golf clubs
Παραδείγματα
The golfer inspected his golf club for any damage before the tournament.
Ο γκόλφερ επιθεώρησε το μπαστούνι του γκολφ για τυχόν ζημιές πριν από το τουρνουά.
02
κλαμπ γκολφ, ένωση γκολφ
a club of people to play golf



























