Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Golf cart
01
αμαξίδιο γκολφ, όχημα γκολφ
a small motorized vehicle designed to transport golfers and their equipment around a golf course
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
golf carts
Παραδείγματα
He drove the golf cart to the next tee after finishing the hole.
Οδήγησε το αμαξίδιο του γκολφ στην επόμενη θέση εκκίνησης μετά την ολοκλήρωση της τρύπας.



























