gold medal
gold
ˈgəʊld
gewld
me
me
dal
dəl
dēl

Ορισμός και σημασία του "gold medal"στα αγγλικά

01

χρυσό μετάλλιο, χρυσό

an award made of gold or gold-colored metal, given to the winner of a race or competition to symbolize their victory 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
gold medals
Παραδείγματα
He trained for years to earn a gold medal. 

Εκπαιδεύτηκε για χρόνια για να κερδίσει ένα χρυσό μετάλλιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store