to goggle
go
ˈgɒ
go
ggle
gəl
gēl
gigglegooglegaggleguggle

Ορισμός και σημασία του "goggle"στα αγγλικά

to goggle
01

κοιτάζω με κατάπληξη, ατενίζω με έκπληξη

to stare in amazement or with a dazed expression 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
goggles
ενεστώτα μετοχή
goggling
απλός αόριστος
goggled
παθητική μετοχή
goggled
Παραδείγματα
She goggled at the fireworks in the sky. 

Αυτή κοίταξε με κατάπληξη τα πυροτεχνήματα στον ουρανό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store