Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to goggle
01
κοιτάζω με κατάπληξη, ατενίζω με έκπληξη
to stare in amazement or with a dazed expression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
goggles
ενεστώτα μετοχή
goggling
απλός αόριστος
goggled
παθητική μετοχή
goggled
Παραδείγματα
He goggled in surprise when his friends threw him a party.
Άνοιξε τα μάτια του από έκπληξη όταν οι φίλοι του του έκαναν πάρτι.



























