goggle
go
ˈgɑ
gaa
ggle
gəl
gēl
/ɡˈɒɡə‍l/

Ορισμός και σημασία του "goggle"στα αγγλικά

to goggle
01

κοιτάζω με κατάπληξη, ατενίζω με έκπληξη

to stare in amazement or with a dazed expression
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
goggle
γ΄ ενικό πρόσωπο
goggles
ενεστώτα μετοχή
goggling
απλός αόριστος
goggled
παθητική μετοχή
goggled
Παραδείγματα
He goggled in surprise when his friends threw him a party.
Άνοιξε τα μάτια του από έκπληξη όταν οι φίλοι του του έκαναν πάρτι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store