Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Godsend
01
ευλογία, δώρο του Θεού
someone or something helpful that comes into one's life or happens unexpectedly during a difficult time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
godsends



























