godsend
god
ˈgɒd
γκοντ
send
sɛnd
σενντ

Ορισμός και σημασία του "godsend"στα αγγλικά

01

ευλογία, δώρο του Θεού

someone or something helpful that comes into one's life or happens unexpectedly during a difficult time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
godsends

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

godsend

god

+

send

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store