godmother
Pronunciation
/ˈɡɑdˌməðɝ/

Ορισμός και σημασία του "godmother"στα αγγλικά

01

νόνα, βαπτιστική μητέρα

(Christianity) a woman who, during a baptism ceremony, promises to take care of a child and teach them about the religion
godmother definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
godmothers
Παραδείγματα
He appreciated his godmother's guidance throughout his life.
Εκτίμησε την καθοδήγηση της νόνας του σε όλη τη ζωή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store