goatee
goa
ˈgəʊ
gew
tee
ti
ti
coyotethroatyroti

Ορισμός και σημασία του "goatee"στα αγγλικά

01

γενειάδα, μικρή και μυτερή γενειάδα

a small and pointed beard around a man's chin 
goatee definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
goatees
Παραδείγματα
He decided to grow a goatee for a more stylish look. 

Αποφάσισε να αφήσει μια γενειάδα για ένα πιο στυλάτο look.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store