goalkeeper
goal
ˈgəʊl
gewl
kee
ˌki:
ki
per
keeper
GK

Ορισμός και σημασία του "goalkeeper"στα αγγλικά

01

τερματοφύλακας, φύλακας τέρματος

a player that guards the goal in soccer or other sports 
Dialect
goaltenderamerican flagAmerican
goalkeeper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goalkeepers
Παραδείγματα
The goalkeeper made a spectacular save to keep the match tied. 

Ο τερματοφύλακας έκανε μια θεαματική αποτροπή για να διατηρήσει το παιχνίδι ισόπαλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store