Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go with
01
αποδέχομαι, επιλέγω
to accept an offer, plan, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go with
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes with
ενεστώτα μετοχή
going with
απλός αόριστος
went with
παθητική μετοχή
gone with
Παραδείγματα
I think we should go with the original plan for the event.
Νομίζω ότι πρέπει να ακολουθήσουμε το αρχικό σχέδιο για την εκδήλωση.
02
ταιριάζω με, πηγαίνω καλά με
to complement and suit each other when combined or placed together, particularly regarding appearance or taste
Παραδείγματα
Red wine goes well with a hearty steak dinner.
Το κόκκινο κρασί ταιριάζει καλά με ένα χορταστικό δείπνο μπριζόλας.
03
πηγαίνω με, συνοδεύω
to come together with something as a necessary or suitable addition
Παραδείγματα
A set of golf clubs goes with his membership at the country club.
Ένα σετ μπαστούνια γκολφ συνοδεύει τη συνδρομή του στο κλαμπ.
04
πηγαίνω με, συνοδεύω
to coexist or be found together with another thing or element in the same time or place
Παραδείγματα
Success often goes with hard work and determination.
Η επιτυχία συχνά πάει πακέτο με τη σκληρή δουλειά και την αποφασιστικότητα.
05
κάνω σεξ με, έχω σχέση με
to have sexual intercourse with someone
Παραδείγματα
They wanted to keep their relationship discreet, so they only went with each other in private.
Ήθελαν να κρατήσουν τη σχέση τους διακριτική, γι' αυτό βγαιναν μόνο ιδιωτικά.
06
βγαίνω με, είμαι σε σχέση με
to be involved in a romantic or sexual relationship
Παραδείγματα
They have been going with each other for so long that their friends already consider them a couple.
Βγαίνουν τόσο καιρό που οι φίλοι τους τους θεωρούν ήδη ζευγάρι.



























