Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go forward
01
προχωρώ, προχωράω στο επόμενο στάδιο
to advance to the next stage of a competition or process, especially by winning a preliminary round or meeting certain requirements
Intransitive: to go forward | to go forward to a next stage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
forward
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go forward
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes forward
ενεστώτα μετοχή
going forward
απλός αόριστος
went forward
παθητική μετοχή
gone forward
Παραδείγματα
The team's victory in the semifinals allowed them to go forward to the championship match.
Η νίκη της ομάδας στους ημιτελικούς τους επέτρεψε να προχωρήσουν στον αγώνα του πρωταθλήματος.
02
προχωρώ, συνεχίζω
to continue or make progress in a particular course of action
Intransitive: to go forward with an activity
Παραδείγματα
Despite the challenges, the project team decided to go forward with their development plan.
Παρά τις προκλήσεις, η ομάδα του έργου αποφάσισε να προχωρήσει με το σχέδιο ανάπτυξής τους.
03
προχωρώ, συνεχίζω
to continue moving ahead physically
Intransitive
Παραδείγματα
After reaching the crossroads, we decided to go forward on the left path.
Αφού φτάσαμε στη διασταύρωση, αποφασίσαμε να προχωρήσουμε μπροστά στο αριστερό μονοπάτι.
04
προχωρώ, προχωράω την ώρα
(of clocks) to advance the time by one hour at the start of daylight saving time
Intransitive
Παραδείγματα
The government announced that the clocks will go forward on the last Sunday of this month.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι τα ρολόγια θα προχωρήσουν την τελευταία Κυριακή του μήνα.



























