Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go against
01
αντιτίθεμαι, αντιστέκομαι
to oppose or resist someone or something
Transitive: to go against sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go against
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes against
ενεστώτα μετοχή
going against
απλός αόριστος
went against
παθητική μετοχή
gone against
Παραδείγματα
Many citizens went against the government's policies by participating in protests.
Πολλοί πολίτες αντιτάχθηκαν στις πολιτικές της κυβέρνησης με τη συμμετοχή τους σε διαδηλώσεις.
02
αντιτίθεμαι, έρχομαι σε αντίθεση με
to disagree with or not fit well with a specific rule, concept, or standard
Transitive: to go against a rule or concept
Παραδείγματα
Her principles go against the idea of exploiting natural resources for profit.
Οι αρχές της αντιτίθενται στην ιδέα της εκμετάλλευσης των φυσικών πόρων για κέρδος.
03
πάω ενάντια, είμαι αντίθετος με
to not be beneficial to someone's interests or preferences
Transitive: to go against someone's interest
Παραδείγματα
The decision to cut funding for education clearly goes against the students' interests.
Η απόφαση να μειωθεί η χρηματοδότηση για την εκπαίδευση σαφώς αντίκειται στα συμφέροντα των φοιτητών.



























