to go against
Pronunciation
/ɡoʊ əˈɡɛnst/

Ορισμός και σημασία του "go against"στα αγγλικά

to go against
[phrase form: go]
01

αντιτίθεμαι, αντιστέκομαι

to oppose or resist someone or something
Transitive: to go against sth
to go against definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go against
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes against
ενεστώτα μετοχή
going against
απλός αόριστος
went against
παθητική μετοχή
gone against
Παραδείγματα
He was willing to go against the odds and fight for his principles.
Ήταν πρόθυμος να πάει κόντρα στις πιθανότητες και να πολεμήσει για τις αρχές του.
02

αντιτίθεμαι, έρχομαι σε αντίθεση με

to disagree with or not fit well with a specific rule, concept, or standard
Transitive: to go against a rule or concept
Παραδείγματα
The new policy goes against the standard procedures followed by most government agencies.
Η νέα πολιτική αντιτίθεται στις τυπικές διαδικασίες που ακολουθούνται από τις περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες.
03

πάω ενάντια, είμαι αντίθετος με

to not be beneficial to someone's interests or preferences
Transitive: to go against someone's interest
Παραδείγματα
The change in the company 's policies went against the employees' expectations and job security.
Η αλλαγή στις πολιτικές της εταιρείας πήγε κόντρα στις προσδοκίες και την ασφάλεια εργασίας των υπαλλήλων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store