Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go a long way
01
κάνει μεγάλη διαφορά, έχει μεγάλο αντίκτυπο
to have a significant impact or influence
idiom
Παραδείγματα
Your support will go a long way toward finishing the project.
Η υποστήριξή σου θα βοηθήσει πολύ στην ολοκλήρωση του έργου.



























