Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Go-around
01
αποτυχημένη προσπάθεια, νέα προσπάθεια
an approach that fails and gives way to another attempt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
go-arounds
02
επιχείρημα, διαφωνία
an argument or disagreement
Dialect
American
LanGeek



























