gnarled
gnarled
nɑ:ld
naald

Ορισμός και σημασία του "gnarled"στα αγγλικά

01

κόμπος, στριμμένος

having a rough, knotted texture, often with twisted or lumpy shapes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most gnarled
συγκριτικός βαθμός
more gnarled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The old oak tree had gnarled branches that twisted and turned in all directions. 

Η παλιά δρυς είχε κοφτερές κλαδιά που στρίβουν και γυρίζουν προς όλες τις κατευθύνσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store